Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors

ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΜΑΡΙΩΤΙΣΣΑ Η ΕΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΑΠΟΡΦΑΝΕΜΕΝΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ

 

Γράφει ο Ιωάννης Ελ. Σιδηράς*

Παρήλθαν ως ροή ύδατος ρύακος περίπου είκοσι και πέντε έτη από εκείνο το ηλιόλουστο και ηλιόκαυστο, μυρίπνοο και εμποτισμένο με την θαλάσσια αύρα των Πριγκηποννήσων πρωϊνό του θεομητορικού Αυγούστου, όταν σεπτή αδεία και ολοθύμω ευλογία του προσκυνητού ημών Αυθέντου και Δεσπότου, Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου ο γράφων ως νεαρός ιστορικός ερευνητής ορμώμενος εκ της παλαιφάτου πατριαρχικής Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής ευρέθη στον «Λόφο της Ελπίδος ή των Παπάδων» της καταφύτου και ερατινής καλλονής νήσου Χάλκης και διέβη το κατώφλι της παλαιφάτου και περιπύστου Ιεράς εν Χάλκη Θεολογικής Σχολής του Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου εν Ορθοδόξοις Οικουμενικού Πατριαρχείου για να ερευνήσει και μελετήσει στην ιστορική βιβλιοθήκη και στο πολύτιμο αρχείο της απορφανεμένης και «εν σιγή δεομένης» Θεολογικής Σχολής.

Η ανάβαση της καλλιμαρμάρου κλίμακος οδήγησε τον εν εκστάσει όντα νεαρό φιλίστορα ερευνητή και εραστή του ανεσπέρου  και τηλαυγεστάτου «Φωτός Φαναρίου» και της πολύμαρτυρικώς ανθισταμένης Πολίτικης Ρωμηοσύνης στον δεύτερο όροφο της περιπύστου Σχολής όπου δύο γεγονότα αρχικώς και διαχρονικώς εσφράγισαν ανεξίτηλα τις αισθήσεις του, ήτοι η συνάντηση με ένα οσιακό πρόσωπο, τον πολιό και οσιακό τω όντι Ηγούμενο της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης,αοίδιμο  Μητροπολίτη Θεοδωρουπόλεως Γερμανό ( + 2018 ), και η εμμονική στάση του βλέμματος σε ένα αγνώστου προελεύσεως τότε στον ίδιο εκπάγλου κάλλους ξυλόγλυπτο τέμπλο, το οποίο ευρίσκετο εναποτεθέν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο πλησίον της μεγάλης αιθούσης της Σχολής. Η ενημέρωση του νεαρού ερευνητού από τον Μητροπολίτη Θεοδωρουπόλεως Γερμανό ότι πρόκειται για το διασωθέν  και μεταφερθέν εν έτει 1942 από τους μαθητές της Θεολογικής Σχολής τέμπλο της Ιεράς Μονής Παναγίας Καμαριωτίσσης Χάλκης εχαράχθη εφάπαξ και ανεξίτηλα, μνημονικώς και εικονικώς, ώστε μετά την παρέλευση τόσων ετών διά της αναθηματικής ταύτης γραφής «μνείαν ποιούμεθα», ευλαβώς και αλησμονήτως, της απορφανεμένης Ιεράς Βυζαντινής Μονής Παναγίας της Καμαριωτίσσης Χάλκης.

Πανδαμάτωρ ο χρόνος και πατήρ της λήθης σχεδόν πάντοτε εκπορθεί την μνήμη, αλλά και ηττάται όταν η της μνημοσύνης γραφή εγείρει ακόμη και τα αφανισθέντα και καταληφθέντα, εγκαταλειφθέντα και ερειπωθέντα, αλειτούργητα και ιερώτατα σεβάσματα της πολίτικης Ρωμηοσύνης και του μαρτυρικού Γένους. Τούτο το πάντων ιερώτατο χρέος, το όντως ανεξόφλητο  χρέος μνημοσύνης, επισημαίνει ο πολύς Ακύλας Μήλλας όταν εν έτει 1998 έγραφε: «Μισός μόλις αιώνας στάθηκε, φαίνεται, αρκετός για να ξεχαστεί από τη ρωμιοσύνη, σε μιά ένθεν και ένθεν παρασιώπηση και ηθελημένη ίσως αμνημοσύνη, η Παναγία η Καμαριώτισσα και το μοναστήρι της, το ιστορικότερο ασφαλώς από τα ελάχιστα προσκυνήματα που παρέμεναν στα χέρια των Γραικών μετά την κατάλυση της Αυτοκρατορίας τους. Έχουν ήδη παρέλθει πενήντα έξι χρόνια από το βροχερό εκείνο απόβραδο που, σε θλιβερή λιτανεία, μαθητές της Θεολογικής μετέφεραν ό,τι μπόρεσαν και ό,τι τους επετράπη να μεταφέρουν από το άτυχο παρεκκλήσιο, που κτιτόρισσά του υπήρξε, ως λέγεται, μία μελαγχολική πριγκίπισσα της μακρινής Τραπεζούντας των Μεγαλοκομνηνών. Και θα έμεναν αμνημόνευτοι έκτοτε οι τάφοι των κεκοιμημένων πατριαρχών, των ηγουμένων και καλογήρων και κατασκαμμένες οι ταφόπλακες όλων εκείνων των λογάδων που σφράγισαν με το πέρασμά τους την ιστορική πορεία της πολίτικης Ρωμιοσύνης».

Η αναφορά του λογιωτάτου Καθηγούμενου της Πατριαρχικής Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας Αρχιμ. Δοσιθέου τόσο στους λειτουργούντες ενοριακούς και Μοναστηριακούς ναούς της Θεομήτορος στην Θεοτοκούπολη Κωνσταντινούπολη και στα Πριγκηπόννησα, όσο και σε εκείνους οι οποίοι καίτοι είναι αλειτούργητοι ορατώς αλλ’ εν λειτουργία αοράτως, αναδεικνύει το «χρεωστικόν πάθος», της πάση θυσία και ιερώ ζήλω διατηρήσεως ασβέστου της φλογός της μνημοσύνης για τα ιερώτατα σεβάσματα του ευσεβούς, φιλοχρίστου και θεοτοκοφίλου Ρωμαίηκου Γένους και της Πολίτικης Ρωμιοσύνης. Εξ αφορμής δε της περί της Ιεράς Μονής της Παναγίας Καμαριωτίσσης γραφής του, καταγράφει:  «Η Μονή αύτη δεν υπάρχει πλέον. Τα κτίρια κατελήφθησαν το 1942 υπό του κράτους διά να λειτουργήση Σχολή Διαβιβάσεως. Υπάρχει όμως εισέτι κλειστός γυμνός και αλειτούργητος ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ούτος ην πρότερον παρεκκλήσιον της Μονής του Τιμίου Προδρόμου. Το καθολικόν αυτής κατεστράφη ολοσχερώς, έμεινε δε ο ναός της Παναγίας, όστις κτίσμα εστί του ΙΑ΄ αιώνος. Είναι ο μοναδικός ναός των Πριγκιποννήσων, όστις ίσταται ορθός από τότε. Ναός σπανίας αρχιτεκτονικής, είναι τρουλαίος τετράκογχος μετά προστώου…

Μη νομισθή ότι η τιμή της Θεοτόκου εν τη Πόλει περιορίζεται μόνον εις τους υπάρχοντας ναούς. Πάντες οι ναοί έχουσι τας ιεράς της Θεοτόκου εικόνας, ας και ιδιαιτέρως τιμώσι πάντες οι Ρωμηιοί και εις αυτάς προσεύχονται και εις αυτάς προσέρχονται κατά τας παρακλήσεις. Και δεν υπάρχει ρωμαΐικο σπίτι που να μη έχη εις το εικονοστάσιόν του μίαν της Θεοτόκου εικόνα, είτε εκ προγόνων, είτε σύγχρονον, καλλιτεχνικήν ή και απλώς χαρτίνην.

Πάσαι, όμως, έχουσι εις την έκφρασίν των μίαν λύπην. Μίαν πίκραν και αισθάνεται τις ότι εκ του στήθους της Θεομήτορος εξέρχεται εις αλάλητος στεναγμός. Διατί άραγε;»

Τα περί της θεσπεσπίου τοποθεσίας όπου επί της πεπληρωμένης πευκοφύτου και εν γένει καταφύτου βλαστήσεως της νήσου Χάλκης ανηγέρθη η της Θεομήτορος Ιερά Μονή καθώς και τα περί της αποδοθείσης προσωνυμίας αυτής ως «Καμαριωτίσσης» ή «Κουμαριωτίσσης» διασώζονται διά της γραφής του Ακύλα Μήλλα, ο οποίος γράφει ότι: «κτισμένη η Μονή της Παναγίας “επί κοιλάδος υπερκειμένης εις αρκετόν εκ της θαλάσσης ύψος”, διάσελο που σχηματίζουν οι δύο πευκόφυτοι λόφοι της Χάλκης των Πριγκηποννήσων, που όφειλε την προσωνυμία στον περίφημο χαλκό της… στο διάσελο αυτό, “θέαν εξαισίαν” και “εν μέσω πυκνού εκ πιτύων δάσους”, δέσποζε από χρόνους παμπάλαιους ο τρούλος της Θεοτόκου, της επικαλουμένης Καμαριώτισσας “ένεκα της επί του τοίχους και κάτωθεν αψίδος εζωγραφημένης εικόνος της Θεομήτορος».

Καμαριώτισσα την ήθελαν παρετυμολογικά οι ντόπιοι Χαλκιανοί, θαλασσινοί οι περισσότεροι, άνθρωποι απλοί, αμπελουργοί και μπαχτεβαναίοι, παραφράζοντας την ονομασία της, λόγω των πυκνών θάμνων, των κουμαριών, που περιστοίχιζαν τον «θολοσκέπαστο» από τις φλαμουριές και τα πλατάνια περίβολό της. Να θυμίσουμε πως, μέχρι και πρόσφατα, τα Πριγκηπόννησα εξακολουθούσαν να παραμένουν ακραιφνώς ελληνικά, με τις σκήτες και τα μοναστήρια να πλαισιώνουν τις χώρες τους, και των βουνών τους «…τις κορφές», κατά τον εκ Φαναρίου ποιητή, «ευλογημένες από χέρια ηγουμένων καλών ημερών».

Σημειωθήτω ότι στον πρόναο, δεξιά στο βάθος και κάτω περίπου από το κωδωνοστάσιο, το οποίο δεν υπάρχει πια, βρισκόταν η αψίδα με την ιστορημένη από τα χρόνια του ανακαινιστή και μεγάλου ευεργέτου της παλαιφάτου αυτής θεομητορικής μονής Νικούσιου Παναγιωτάκη τοιχογραφία της Παναγίας, που προσέδωσε στη μονή την προσωνυμία της Καμαριωτίσσης. Ο Ακύλας Μήλλας διασώζει και την πολύτιμη ιστορική πληροφορία ότι «υποκάμισον βάρους οκάδων δώδεκα και εκατό δραμίων», έργο εξαίρετης αργυροτεχνικής, λεπτουργημένο το 1759, αρωγή των «συνδραμόντων και κοπιασάντων» Δράκου και Ιωάννου, κάλυπτε την τοιχογραφία. Σε κρύπτη επάνω από την καμάρα, στο λεγόμενο «μετέωρον κοιμητήριον», των Αγίων Νεομαρτύρων Δημητρίου του Χιοπολίτου και Παναγιώτη του Καισαρέως, το «Αραϊτζόπουλον», που είχαν ανακομισθεί από την Ιερά Μονή της Νήσου Πρώτης».

 

 

 

Η απαρχή της ανιδρύσεως της παλαιφάτου και περιπύστου Ιεράς Μονής Παναγίας της Καμαριωτίσσης ή Κουμαρωτίσσης ανάγεται κατά τον ΙΑ΄  αιώνα. Τούτο πιστοποιείται συγκεκριμένως έχοντας ως τεκμήριο την μελέτη της σωζόμενης  τοιχοποιΐας – πλινθοκτίστου τοιχοδομίας – του τετράκογχου σταυροϊδούς ναΐσκου. Είναι δε μεμαρτυρημένο γεγονός ότι στην ειδυλλιακή αυτή τοποθεσία με την κατάφυτη και πυκνόφυτη βλάστηση ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους είχαν εγκαταβιώσει σε σκήτες (σκηνίτες) πλείστοι όσοι αναχωρητές και ερημίτες, οι οποίοι συν τω χρόνω συνεκρότησαν το πρώτο μοναστικό – ασκητικό κοινόβιο. Για τον λόγο αυτό αν και οι ιστορικοί μελετητές αναφέρουν επισήμως ως κτήτορα της Ιεράς Μονής τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ τον Παλαιολόγο, ο οποίος κατά τον ΙΕ΄ αιώνα ανήγειρε στη θέση του αρχικού κοινοβίου ναό και μονή επ’ ονόματι του Τιμίου Προδρόμου, εντούτοις νεώτερες μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η ανέγερση της πρώτης Μονής να ανάγεται σε χρόνους έτι παλαιοτέρους και ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος να επανέκτισε προϋπάρχουσα Μονή αφιερώνοντας το Καθολικό αυτής στον προστάτη Άγιό του, Ιωάννη τον Πρόδρομο. Τελικώς, το όλο κτιριακό μοναστηριακό συγκρότημα έμεινε γνωστό ως «Ιερά Μονή Παναγίας Καμαριωτίσσης», αφού ο μικρός Θεομητορικός ναΐσκος είχε κρεμασμένη την καμπάνα του σε μία πετρόκτιστη καμάρα.

Αξία ιδιαιτέρας μνείας είναι η παράδοση σύμφωνα με την οποία το ιερό παρεκκλήσιο της Παναγίας Καμαριωτίσσης συνεδέθη με μία θλιμμένη αυτοκρατόρισσα τους Βυζαντίου, την Μαρία Κομνηνή την Παλαιολογίνα, θυγατέρα του αυτοκράτορος της Τραπεζούντος Αλεξίου του Δ΄ και τρίτη σύζυγο του βυζαντινού αυτοκράτορος Ιωάννου Η΄ Παλαιολόγου, ο οποίος όταν επέστρεψε εν έτει 1440 στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα από μακρά χρονική διάρκεια απουσίας του για πολιτικούς λόγους στο Μυστρά και στην Ιταλία, ήτοι στην Φλωρεντία και την Βενετία υπέρ της σωτηρίας της Βασιλεύουσας, η Αυγούστα Μαρία η Παλαιολογίνα είχε από μερικών εβδομάδων πεθάνει. Ο Ακύλας Μήλλας αναφέρει εν προκειμένω ότι «Από τον νοσταλγικό αυτό σύνδεσμο ενθύμιο παρέμεινε το παρεκκλήσιο της Παναγίας, που ο τρούλος του υψώνεται, θλιβερό κατάλοιπο σήμερα, στον περίβολο των δοκίμων της Τουρκικής Ναυτικής Σχολής. Η παράδοση που την επαναλαμβάνουν και πολλοί ιστορικοί, θέλει τότε τον αυτοκράτορα να ανακαινίζει εκ βάθρων τη μονή, κτίζοντας μεγάλη ξυλόστεγη βασιλική δίπλα στον ναΐσκο της Παναγίας, που με δαπάνες της είχε ανεγείρει η κόρη των Μεγαλοκομνηνών».

Κατά τους δισέκτους χρόνους της οθωμανοκρατίας ευεργέτης της Θεομητορικής εν Χάλκη Ιεράς Μονής Καμαριωτίσσης ανεδείχθη, σύμφωνα με τα γραφόμενα του Μανουήλ Ι. Γεδεών, ο Αλέξανδρος ο του Ραούλ – Βόδα υιός, ο οποίος «προσανατίθησι τη Μονή Καμαριωτίσσης το κτήμα Ααρών Βόδα, διότι η κατά Σωζόπολιν Μονή του Προδρόμου είχε προ μικρού καταστραφή υπό Τούρκων». Ο δε Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ΄, κατά την δευτέρα πατριαρχεία αυτού (1676-1679), κατά μήνα Ιούλιο του 1677, «αφαιρεί από της εν Χάλκη μονής της Καμαριωτίσσης τον εν Επιβάταις ναόν της Οσίας Παρασκευής και αποκαθίστησιν αυτόν ενοριακόν της Μητροπόλεως Σηλυβρίας».

Όταν την 6η Αυγούστου του 1671 (ή κατ’ άλλους το 1672) μεγάλη πυρκαγιά κατέκαυσε τον μεγάλο ξυλόστεγο ναό του Τιμίου Προδρόμου μετά του κτιριακού συγκροτήματος των κελίων, ενώ εσώθη μόνο ο σμικρότατος Θεομητορικός μετά τρούλου ναός της Παλαιολογίνας, έσπευσε ο Νικούσιος Παναγιωτάκης (1613-1673), Μέγας Δραγουμάνος της Υψηλής Πύλης και γενάρχης των αρχοντικών οίκων του Διπλοφάναρου, ο οποίος επανανήγειρε την ιερά μονή και όταν  ο μεγάτιμος και φιλογενής αυτός ανήρ της πολίτικης Ρωμηοσύνης εκοιμήθη στην Πολωνία, εταριχεύθη και κατόπιν επιθυμίας του μετεφέρθη και ετάφη με μεγάλες τιμές υπό του Σουλτάνου Μεχμέτ του Δ΄ στην Θεομητορική μονή και συγκεκριμένα στον από δεκαετιών κατεδαφισμένο σήμερα πια εξωνάρθηκα αυτής.

Κατά το έτος 1796, όταν είχαν παρέλθει περίπου εκατό έτη από τον θάνατο του Παναγιωτάκη και η Θεομητορική Μονή της Καμαριωτίσσης είχε περιπέσει σε αθλία κατάσταση, προσέτρεξε για την ριζική και εκ βάθρων ανοικοδόμηση αυτής ο Μέγας Δραγουμάνος της Υψηλής Πύλης, όντως μεγάτιμος και φιλογενής Ρωμηός Αλέξανδρος Υψηλάντης (1726-1807), Ηγεμών της Βλαχίας και της Μολδαβίας, νυμφευμένος με την τρισέγγονη του μεγαλοευεργέτου Παναγιωτάκη, Δόμνα Αικατερίνη, η οποία προσέφερε ως δωρήματα ευλαβείας στην παλαίφατη θεομητορική μονή, πορφυρά βήλα και μεταξωτά χρυσοκεντήματα με τους αετούς και τα οικόσημα των ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδάβας, τα λεγόμενα, όπως αναφέρει ο Ακύλας Μήλλας, «αυθεντικά», τα οποία υπήρχαν ανηρτημένα ένθεν και ένθεν της «κατάφορτης με τάματα πιστών, Χριστιανών και Μουσουλμάνων» καμάρας.

Ο νέος μέγας ευεργέτης της Ιεράς Μονής Θεοτόκου Καμαριωτίσσης, Ηγεμών Αλέξανδρος Υψηλάντης, επροίκισε αυτήν με πολλά και πλούσια μετοχία στο Βουκουρέστι και στη γειτονική νήσο Πρώτη, η οποία μεθ’ όλα τα μοναστήρια, τα λειβάδια και τους αιγιαλούς της απετέλεσαν μοναστηριακή περιουσία της νεοανεγεθείσης περιλάμπρου και παγκάλου θεομητορικής μονής. Ο πολύς Μανουήλ Ι. Γεδεών αναφέρει ότι από την μεγάτιμη και φιλογενή οικογένεια των Υψηλάντων «Αλεξάνδρου Ιωάννου Υψηλάντου, τω 1780, ηγεμόνος Βλαχίας, προσαρτάται το υπ’ αυτού πλουτισθέν εν Βλαχία κτήμα Μαρικούτζας τη εν Χάλκη μονή Καμαριωτίσσης, ως μετόχιον αυτής, εχούσης ήδη μετόχιον και την εν τη Πρώτη  μονήν, ορίζοντος ίνα διά των εισοδημάτων αυτών πάντων, μετά την αφαίρεσιν των εξόδων της διατηρήσεως της τε μονής και των μετοχίων αυτής, συντηρήται το συγκροτηθησόμενον εν Χάλκη σχολείον». Άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι στην ανέγερση της μονής συνεισέφεραν επίσης ο αοίδιμος Οικουμενικός Πατριάρχης Παΐσιος Β΄ και η κεντήστρα Μαριώρα, που αμφότεροι ενταφιάσθησαν στη Μονή.

Το εν γένει ανακαινιστικό έργο του φιλογένους Αλεξάνδρου Υψηλάντη  αποσκοπούσε να κατακτήσει την Ιερά Θεομητορική Μονή της Χάλκης «ελληνομουσείον», κέντρον Ελληνικής Παιδείας», όπως ήταν και παλαιότερα, από τα πρώτα θρησκευτικά και πνευματικά κέντρα του Γένους. Ο Ακύλας Μήλλας καταγράφει επίσης ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης «εις μνήμην του πρώτου κτήτορα έκτισε δίπλα στο ναΐσκο της Θεοτόκου δεύτερο εκκλησάκι στο όνομα του Προδρόμου, στη θέση της μεγάλης παλαιάς βασιλικής του Παλαιολόγου. Είναι αυτό που σώζεται και σήμερα ως αποθήκη των ναυτικών, δίπλα στον τρούλλο της Καμαριωτίσσης».

Το αντιδώρημα στο όλο ως άνω γιγαντιαίο ανοικοδομητικό ευεργετικό έργο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη ήταν να έχει η οικογένειά του λόγο  στην επιλογή και τον διορισμό του Ηγουμένου της Μονής, αλλά λίγο αργότερα, κατά την διάρκεια της δευτέρας ηγεμονίας του περιέπεσε σε δυσμένεια και αφού τον συνέλαβαν, τον εκαρατόμησαν κατά μήνα Ιανουάριο του 1807. Η περιουσία του εδημεύθη και το τεράστιο κονάκι του στον Βόσπορο εδωρήθη υπό του Σουλτάνου στη Γαλλική Πρεσβεία.

Μία εν πολλοίς άγνωστη ιστορική πτυχή αφορά το γεγονός ότι στο λεγόμενο εντός της ιεράς μονής «κιόσκι» του Αλεξάνδρου Υψηλάντου έλαβαν χώρα προεπαναστατικώς πολλές συνάξεις των μελών της Φιλικής Εταιρείας στις οποίες ενίοτε μετείχε και ο εθνοϊερομάρτυς Οικουμενικός Πατριάρχης Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄ (+1821). Τα γεγονότα αυτά λόγω και της επαναστάσεως της εθνικής παλιγγενεσίας υπήρξαν η κυρία αιτία να αποψιλωθεί η πλούσια ιερά μονή από τα πολλά μετόχιά της, να υποστεί τις ανάλογες συνέπειες και να απωλέσει εφάπαξ και οριστικώς η οικογένεια Υψηλάντη την επιστασία της ιεράς  θεομητορικής μονής.

Όταν μετά την πάροδο δεκαετίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανέλαβε την διοίκηση, επιστασία και μέριμνα της παλαιφάτου θεομητορικής μονής της Καμαριωτίσσης και επί της πατριαρχείας Κωνσταντίου Α΄, βασιλεύοντος δε του Σουλτάνου Μαχμούτ του Β΄, στα νεόδμητα κτίρια της μονής εστεγάσθη εν έτει 1831 ή κατ’ άλλους το 1833 το λεγόμενο «Ελληνικό Φροντιστήριο», το οποίο ίδρυσαν δεκαπέντε Ρωμηοί έμποροι τη συνδρομή του σοφού και φιλόμουσου Οικουμενικού Πατριάρχου  Κωνσταντίου Α΄. Αργότερα δε αυτό κατέστη παγκοίνως γνωστό ως «Ελληνοεμπορική Σχολή» ή «Σχολή των Ελλήνων Εμπόρων», η οποία αν και το έτος 1905 υπέστη ζημίες λόγω σφοδρής πυρκαγιάς, εντούτοις λειτούργησε απροσκόπτως επί 80 συναπτά έτη, ήτοι μέχρι και το έτος 1915, όταν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος διένυε το δεύτερο έτος αυτού, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι τα εν έτει 1875 ανοικοδομηθέντα μεγαλοπρεπή κτίρια χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα υπό του τουρκικού κράτους, το οποίο παρανόμως απαλλοτρίωσε εν μιά νυκτί και στεγάζει σε αυτά την Ναυτική Ακαδημία.

Τα περί της παρανόμου απαλλοτριώσεως υπό του τουρκικού κράτους αυτής καθ’ εαυτής της Ιεράς Μονής Θεοτόκου Καμαριωτίσσης Χάλκης μεθ’ όλων των μεγαλοπρεπεστάτων κτιρίων του συγκροτήματος αυτής κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου επιβεβαιώνουν τα όσα τεκμηριωμένα γράφει ο Ακύλας Μήλλας, ο οποίος εξ αφρομής της υπό του Τουρκικού κράτους καταλήψεως του κτιρίου του στεγάζοντος το Ορφανοτροφείο Θηλέων στην εν Πριγκηποννήσοις νήσο πρώτη του οποίου τα ορφανά καθώς και εκείνα του Εθνικού Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου είχαν μεταφερθεί στην Μονή της Καμαριωτίσσης, παρατηρεί ευστόχως ότι: «Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έβαλε πρόωρο τέλος στη ζωή του Ορφανοτροφείου, του οποίου τυχερό ήταν να στεγασθεί στην Πρώτη για μιά μόλις οκταετία. Με την κήρυξη του πολέμου, τον Ιανουάριο του 1915, οι Τουρκικές αρχές έσπευσαν να εκκενώσουν το κτίριο και το παρέδωσαν στους στρατιωτικούς που εγκατέστησαν σ’ αυτό στρατό, κάτι το οποίο, επ’ ευκαιρία του πολέμου, έγινε συστηματικά σε όλα σχεδόν τα ρωμέικα καθιδρύματα και μοναστήρια των Πριγκηποννήσων που ανέκαθεν εποφθαλμιούσαν οι Τούρκοι».

Στο πλαίσιο αυτής της προμελετημένης πολιτικής, κατά μήνα Φεβρουάριο του 1915, κατόπιν αιτήματος του Υπουργείου των Στρατιωτικών, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Θρησκευμάτων αξιώσε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την παραχώρηση των ευρύχωρων κτιρίων της Μονής Καμαριωτίσσης για να φιλοξενήσουν νοσηλευομένους του τραυματίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ μετ’ ολίγον διά νέου υπουργικού «τεσκερέ» ορίζετο ρητώς και κατηγορηματικώς ότι η θεομητορική μονή της Καμαριωτίσσης απαλλοτριώνετο μεθ’ όλου του κτιριακού συγκροτήματος αυτής, προκειμένου να ιδρυθεί σε αυτή Ναυτική Στρατιωτική Σχολή.

Οι τουρκικές αρχές ουδόλως έλαβαν υπόψιν τους την σφοδρή αντίδραση του μαρτυρικού Οικουμενικού Πατριαρχείου και το τουρκικό υπουργείο των Στρατιωτικών διέταξε, όπερ και εγένετο, την κατάληψη στρατιωτικώς της Μονής. Στο σημείο αυτό άξια ιδιαιτέρας μνείας είναι τα γραφόμενα του Ακύλα Μήλλα, ο οποίος αναφέρει ότι: «και ενώ “τη μεγαλοθυμία” των κρατούντων μεταφέρονταν εσπευσμένως τρεις χιλιάδες τόμοι εντύπων και χειρογράφων, καθώς και αμφοτέρων των ναΐσκων τα σκεύη και κειμήλια, σε προσφυγή των Πατριαρχικών το Συμβούλιο του Κράτους δήλωνε ότι θεωρούσε την απόφαση πολύ ορθή και ότι “…η κυβέρνησις ναι μεν θα κρημνίση τας εν αυτή δύο εκκλησίας, αλλά δι’ ιδίων εξόδων θα ανεγείρη δύο άλλας παρομίας, όπου αλλού ήθελεν εγκριθεί εκ συμφώνου υπό της Κυβερνήσεως και του Πατριαρχείου…».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέβαλε αιματηρές προσπάθειες να περισώσει τουλάχιστον τον ιστορικό ναΐσκο της Θεοτόκου Καμαριωτίσσης με το επιχείρημα ότι επρόκειτο για ιστορικό μνημείο και όταν όλες οι απέλπιδες προσπάθειες εναυάγησαν, απετάθη στο Διασυμμαχικό Δικαστήριο ζητώντας την απόδοση της Ιεράς Μονής, όπερ και εγένετο, κατόπιν ενεργειών κάποιου Άγγλου αξιωματικού, ο οποίος συνοδεία αστυνομικών εκκένωσε την Ιερά Μονή, κατά μήνα Μάρτιο του έτους 1919, οπότε η φιλόστοργος και εσταυρωμένη Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτις Εκκλησία εγκατέστησε στο ταλαιπωρημένο κτίριο της θεομητορικής μονής την «Εθνική Στέγη» των προσφυγόπουλων ορφανών από την Μικρά Ασία, τα οποία ανήρχοντο περίπου σε εννιακόσια παιδιά, αγόρια και κορίτσια.

Έκτοτε, όπως προ πολλών ετών αοίδιμος πια Φαναριώτης Ιεράρχης μετ’ άλγους ψυχής εξιστορούσε στον γράφοντα περί της καταληφθείσης παρανόμως και απορφανεμένης Ιεράς Μονής Θεοτόκου Καμαριωτίσσης, αναφέροντας ότι οι κρατούντες δεν έπαυαν να αναζητούν ευκαιρία  για να επανακτήσουν το αχανές οικοδόμημα της θεομητορικής μονής, ενώ παράλληλα διεκδικούσαν κατά καιρούς και το περίλαμπρο κτίριο της Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης, το οποίο τελικώς εσώθη επειδή το Οικουμενικό Πατριαρχείο διαρκούντος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπεχώρησε στις πιέσεις του τουρκικού κράτους και εγεύθη το πικρότερο ποτήριο αποδεχόμενο να θυσιάσει την Ιερά Μονή της Θεοτόκου Καμαριωτίσσης μεθ’ όλου του κτιριακού συγκροτήματος αυτής προκειμένου να παραμείνει εν λειτουργία και υπό την διοίκηση και επιστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου η παλαίφατος εν Χάλκη Ιερά Θεολογική Σχολή.

Τα ως άνω επιβεβαιώνει ο Ακύλας Μήλλας, ο οποίος γράφει ότι: «Σ’ αυτά τα δίσεκτα χρόνια θ’ απαλλοτριωθεί οριστικά και η μονή της Παναγίας. Οι ναυτικοί προτάσσοντας και πάλι λόγους «στρατιωτικής ανάγκης», διεκδίκησαν αμφότερα τα συγκροτήματα, Θεολογικής και Εμπορικής. Ακολούθησαν ποικίλα διαβούλια και παζαρέματα και, τελικά, θεωρήθηκε «όφελος» η παραχώρηση της Παναγίας ως αντάλλαγμα της επίσημης καταχωρήσεως της Θεολογικής με την εκχώρηση τίτλων ιδιοκτησίας.

Ας σημειωθεί πως, εξ αμελείας και των ημετέρων, μοναδικοί ως τότε τίτλοι ιδιοκτησίας υπήρχαν τα παλαιά σουλτανικά φερμάνια, τα οποία δεν ανεγνώριζαν, σπανίως δε ανανέωναν οι Νεότουρκοι… Ακούστηκε πως ο μετέπειτα Πατριάρχης Μάξιμος είχε αντιταχθεί σθεναρά τότε στην εσπευσμένη απόφαση των πολλών».

Η μαρτυρική Ιερά Μονή Θεοτόκου Καμαριωτίσσης υπέστη την απογύμνωσή της από τα ιερώτατα σεβάσματα αυτής  όταν ένα βροχερό απόβραδο του 1942 «πέρασαν βιαστικά τα ορφανά στην Πρίγκηπο και τα ξηλωμένα τέμπλα της Παναγίας και του Προδρόμου, τα προσκυνητάρια με τις δεσποτικές εικόνες, φορτωμένα όλα σε αραμπάδες, τα μετέφεραν στη Μονή της Αγίας Τριάδος. Στο θλιβερό έργο βοήθησαν οι μαθητές της Θεολογικής Σχολής, και τελευταίοι, ο παπα-Νικόλαος ο Χαρβαλιάς προσπάθησε να αφαιρέσει την αργυρή επένδυση, το βαρύτιμο υποκάμισο της Παναγίας. Μαζί με το ασήμωμα ξηλώθηκε τότε κι έπεσε όλο το κομμάτι του σοβά, κάτω απ’ την καμάρα, όπου βρισκόταν ιστορημένη από χρόνια η τοιχογραφία».

Ένα εν τέλει ιστορικής μνήμης και τιμής, μνείαν ποιούμεθα των ονομάτων των πάλαι ποτέ ενταφιασθέντων εντός της Θεομητορικής Ιεράς Μονής αοιδίμων Οικουμενικών Πατριαρχών, Μητροπολιτών και λοιπών ευεργετών του ιερωτάτου  αυτού σεβάσματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Πολίτικης Ρωμηοσύνης. Σύμφωνα λοιπόν με τα ιστορικά τεκμήρια,  τα οποία διασώζει ο Μανουήλ Ι. Γεδεών και ο Ακύλας Μήλλας, στην Ιερά Μονή Θεοτόκου Καμαριωτίσσης ενεταφιάσθησαν οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Διονύσιος Β΄ (+1554), «ην αυτός επεσκεύασεν», Τιμόθεος Α΄ ο Μαρμαρινός, Τιμόθεος Β΄ (1613-1620), ο μαρτυρικώς τελευτήσας Κύριλλος Λούκαρις (+1638) του οποίου ο τάφος κατεστράφη ολοσχερώς μετά το 1942, ενώ το κρανίο του εφυλάσσετο εντός του θυσιαστηρίου του ναΐσκου Παρθένιος Β΄ (+1651), Παρθένιος Γ΄ (+1657), ο οποίος ήταν ενταφιασμένος πίσω από την κόγχη της Καμαριωτίσσης, Καλλίνικος Β΄ ο Ακαρνάν (+1702), Γαβριήλ Γ΄ (+1707) ο οποίος ήταν ενταφιασμένος στον ξυλόστεγο εξωνάρθηκα, αριστερά της εισόδου και δίπλα στο θαυμαστής τέχνης ξυλόγλυπτο παγκάκι, που κοσμεί σήμερα τον νάρθηκα της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης, όπου εν έτει 1942 μετεφέρθη, ενώ πλησίον του Γαβριήλ Γ΄ ήταν ενταφιασμένος ο παραιτηθείς Μαρωνείας Νεόφυτος (+1816) και δεξιότερα της εισόδου ο Νικομηδείας Νικηφόρος (+1776).

Στον εξωνάρθηκα της Ιεράς Μονής ευρίσκετο ο τάφος της ευεργέτιδος αυτής, περιφήμου κεντήστρας Μαριώρας (+1758) και πλησίον αυτής ήταν ενταφιασμένος ο Ηγούμενος Αθανάσιος ο Μαλατέστας (+1704), επί της ηγουμενίας του οποίου είχε αντικατασταθεί το παλαιό ξυλόγλυπτο τέμπλο της Παναγίας Καμαριωτίσσης. Στο λιθόκτιστο πρόναο και σε σημείο ευρισκόμενο προ της εφεστίου ιεράς εικόνος της Θεοτόκου, η οποία σήμερα, μεταφερθείσα εν έτει 1942, σώζεται στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Χάλκης, υπήρχε ο τάφος του Οικουμενικού Πατριάρχου Παϊσίου Β΄ (+1756), ο οποίος και προ της κοιμήσεώς του, παραιτηθείς εφησύχαζε στην Ιερά Μονή Παναγίας Καμαριωτίσσης, όπως και ο Κωνσταντινουπόλεως Θεοδόσιος Β΄ (1769-1773). Παραπλεύρως υπήρχε ο τάφος «γυναικός τινός Χρυσάνθης ταφής οσίας αξιωθείσης» και πλησίον εκείτο το σκήνος του Ηρακλείας Αθανασίου.

Πάντα τα ως άνω ιερά και όσια της Εκκλησίας και του ευσεβούς Ρωμαίηκου Γένους εν μιά νυκτί του 1942 ως «άνθος εμαράνθησαν και ως όναρ παρήλθαν» ένεκα της δυσεβούς ροπής του κοσμοκράτορος. Περί δε των γενομένων και των μετέπειτα στην «βιασθείσα και απογυμνωθείσα» Ιερά Θεομητορική Μονή Παναγίας Καμαριωτίσσης, κατ’ εκείνα το όντως δυσχείμερα και δίσεκτα έτη για το πολυμαρτυρικό Οικουμενικό Πατριαρχείο και την εσταυρωμένη Πολίτικη Ρωμηοσύνη, γράφει ουχί κάποιος επιλήσμων, ως συνήθως ημέτερος, αλλά ένας Τούρκος κάτοικος της νήσου Χάλκης, ο οποίος αποκαλύπτει ότι: «Μετά το 1942 που ο μπαχριές κατέλαβε το μοναστήρι, πραγματοποίησε νέες προσθήκες και επισκευές και εγκατέστησε σ’ αυτό τη Σχολή των Ασυρματιστών του Πολεμικού Ναυτικού. Κανένας φυσικά δεν ενδιαφέρθηκε για τις εκκλησίες και τους ιστορικούς τάφους που έμειναν στον περίβολό του. Έξυσαν τα μωσαϊκά του παρεκκλησίου [εννοεί τις τοιχογραφίες], κρυφά τη νύχτα έσπασαν τις ταφόπετρες ψάχνοντας για θησαυρό. Ακούστηκε ακόμα πως ένας από τους διοικητές της Σχολής διέταξε τον αξιωματικό της υπηρεσίας να γκρεμίσουν νύχτα την εκκλησία… και όταν αυτός ευσχήμως του υπέδειξε πως φρονιμότερο θα ‘ταν να ενημερώσουν προηγουμένως τη Διεύθυνση των Αρχαιοτήτων, πληροφορήθηκαν για την σπουδαιότητα του μνημείου και παραιτήθηκαν της προσπάθειάς τους».

Εμνήσθημεν ημερών αρχαίων θεομητορικών περί της εν αιχμαλωσία απορφανεμένης και απογεγυμνωμένης παλαιφάτου και περιπύστου βυζαντινής Ιεράς Θεομητορικής Μονής Παναγίας Καμαριωτίσσης Χάλκης, επειδή η μνήμη νικά την λήθη και αθανατοποιεί τα ιερά και όσια του μαρτυρικού και ευσεβούς Ρωμαίηκου Γένους, το οποίο εισέτι προσκυνά και ασπάζεται, όπως και ο τότε νεαρός ιστορικός ερευνητής – νυν γράφων – τις θεία προνοία και θεομητορική παρεμβολή σεσωσμένες ιερές εικόνες του εικονοστασίου της μαρτυρικής Ιεράς Μονής Θεοτόκου Καμαριωτίσσης εντός της Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης και της Θεολογικής εν Χάλκη Σχολής.

Η δε θεομητορική ιστορική αυτή γραφή ανακαλεί αναποδράστως και αναποφεύκτως στη μνήμη του γράφοντος τα όσα εκ μυχίων καρδίας πάλαι ποτέ έγραψε ο εκ της Μεγαλωνύμου Κοινότητος του Μεγάλου Ρεύματος Κωνσταντινουπόλεως Ρωμηός ποιητής Παναγιώτης Σούτζος (1806-1868) διατραγωδώντας την επίσκεψή του σε διαλελυμένο μοναστήριο:

«Εις τον ναό σου σήμερον το πένθος βασιλεύει∙/
Αι άγιαι εικόνες σου, τα ιερά σου σκεύη/
κ’  οι κρυσταλλώδεις λύχνοι σου ηρπάγησαν αθρόοι,/
και την αγίαν Τράπεζαν εκάλυψεν η Χλόη./
Τον ζευγολάτην μοναχόν του όρθρου του η ώρα/
μετά σημάντρου δεν καλεί στο άροτρόν του τώρα./
Το ζεύγος του τ’ αροτρικόν βιαίως διελύθη/
Και χείρας ευεργέτιδας το έθνος εστερήθη./
Ω βιαιότης ασεβής! Ω ιεροσυλία!/
Γυμνώθησαν οι νάρθηκες, οι θόλοι, τα κελλία,/
και εις της Μεταλήψεως την αργυράν φιάλην/
Μεθά ο κλέπτης έφορος μ’ αναίδειαν μεγάλην./».

Υ.Γ. Αφιερούται η θεομητορική αύτη γραφή στον χρησταίς ελπίσι Μητροπολίτη Γέροντα Πριγκηποννήσων Δημήτριο, τον από Σεβαστείας, μετά της ολοθύμου ευχής η εν Πριγκηποννήσοις αρχιερατεία του να καταστεί συνώνυμος της αναστάσεως των υπό το ωμοφόριον αυτού ιερωτάτων σεβασμάτων της Πρωτοκλήτου και Πρωτοθρόνου πολυμαρτυρικώς καθηγιασμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και της εσταυρωμένης Πολίτικης Ρωμηοσύνης. Γένοιτο!

 

* O κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς είναι Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός, καθώς και υπευθυνός διαχειριστής του ιστολογίου “ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΑΜΒΩΝ ΦΑΝΑΡΙΟΥ“.